Προσφατα αρθρα

Κοκκινιά και Ρεμπέτικο. Ομιλία στην εκδήλωση του ΟΦΟΝ στις 16/5/2011

 

Η ομιλία στην εκδήλωση του Ορειβατικού Φυσιολατρικού Ομίλου Νίκαιας (ΟΦΟΝ) με θέμα: Κοκκινιά και Ρεμπέτικο.

 Φίλες και φίλοι,

 πριν απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε ένα ζήτημα. Βρίσκομαι σ’ αυτή την εκδήλωση του ΟΦΟΝ, γιατί μια καλή φίλη, η Έλλη η Κοτσαλίδου, με πρότεινε σαν σχετικό με το θέμα, επιβεβαιώνοντας το γνωστό απόφθεγμα «Όταν έχεις τέτοιους φίλους,…». Γιατί μ’ έριξε σε δυο μπελάδες. Ο πρώτος έχει σχέση με τη μορφή της εκδήλωσης. Καλούμαι, έχοντας δίπλα μου επί σκηνής τους ερμηνευτές της μουσικής, να μιλήσω για την ουσία -έτσι νομίζω- του ρεμπέτικου και να διακινδυνεύσω να υποστώ αντιδράσεις του κοινού που κυμαίνονται ανάμεσα στο «Σάμπως καλά τα λέει ο δικός σου» και στο «Δε μας παρατάς, ρε φίλε, ν’ ακούσουμε κάνα τραγούδι». Η αλήθεια βέβαια είναι πως η πείρα από τη συμμετοχή σε παρόμοιες εκδηλώσεις επιτρέπει μιαν αισιοδοξία.

 

Ο δεύτερος μπελάς έχει σχέση με το θέμα της εκδήλωσης « Η Κοκκινιά και το ρεμπέτικο», θέμα για το οποίο η απουσία μου από την πόλη για μισό κοντά αιώνα με καθιστά πέρα για πέρα ακατάλληλο. Η τεράστια δυσκολία που προκύπτει ξεπερνιέται, αν θεωρήσουμε την εκδήλωση σαν ερέθισμα, για ν’ ασχοληθούν με το ζήτημα ερευνητές που φιλοδοξούν να προσφέρουν έργο στην πόλη. Για να υπάρξει μάλιστα μια αρχή, θα σας διαβάσω έναν πρόχειρο κατάλογο -πρόχειρο με την έννοια ότι θέλει έλεγχο και σίγουρα συμπλήρωση- με ονόματα δημιουργών και ερμηνευτών που έζησαν στην Κοκκινιά. Αν κάποια ονόματα σε μερικούς από σας δε λένε τίποτα, αυτό ας αποτελέσει πρόσθετο και σοβαρό λόγο, για ν’ αρθεί μια κοινωνική αδικία σε βάρος ανθρώπων που υπηρέτησαν το λαϊκό πολιτισμό μας χωρίς σχεδόν καμιά ανταμοιβή, ούτε καν αυτή της αναγνώρισης.

 

 

 

Γιαννάκης Αγγέλου

 

Ρίτα Αμπατζή

 

Αργύρης Βαμβακάρης

 

Δομένικος Βαμβακάρης

 

Μάρκος Βαμβακάρης

 

Στέλιος Βαμβακάρης

 

Γιάννης Γιάκαλος

 

Σοφία Καρίβαλη

 

Λάκης Καρνέζης

 

Ευαγγελία Μαργαρώνη

 

Μανώλης Μαργαρώνης

 

Κώστας Νούρος

 

Γιάννης Παλαιολόγου

 

Κώστας Παπαδόπουλος

 

Αγγελίτσα Παπάζογλου

 

Βαγγέλης       » »

 

Βαγγέλης Περπινιάδης

 

Γιοβάν Τσαούς

 

Ιορδάνης Τσομίδης

 

Πέρα απ’ αυτά όμως, όπως θα δείτε, κατά την έρευνα γενικά του ρεμπέτικου διαπιστώνει κανείς ότι η Κοκκινιώτικη πολιτεία αποτελεί ένα από τα καλύτερα σκηνικά του δράματος και η Κοκκινιώτικη κοινωνία μοιάζει με συλλογικό δημιουργό του.

 

Φίλες και φίλοι,

 

όποιος φιλοδοξεί να προσεγγίσει επιστημονικά ένα καλλιτεχνικό έργο προσκρούει σε μιαν αντίφαση από τις πολλές της ζωής. Αν αγαπά το έργο, κινδυνεύει να το δει με προκατάληψη κι επομένως να μη βρει την αλήθεια - όλη τουλάχιστον. Αν πάλι δεν το αγαπά, σίγουρα δε θ’ ανακαλύψει την ομορφιά του- όλη τουλάχιστον- και άρα δε θα την απολαύσει. Τελικά την αντίφαση λύνει, πολλές φορές όχι τελεσίδικα, η ζωή με τη βοήθεια της ιδεολογικής διαπάλης. Όλα τα παραπάνω ισχύουν για το ρεμπέτικο. Η πάλη πάνω σ’ αυτό ανάμεσα σ’ εχθρούς, φίλους και «φίλους» συνεχίζεται ακόμη, αν και ο προσανατολισμός στην οριστική καταξίωσή του είναι ολοφάνερος.

 

Παρ’ όλο που ο χρόνος και ο χαραχτήρας της εκδήλωσης ελάχιστα το επιτρέπουν, είμαστε υποχρεωμένοι ν’ απαντήσουμε επιγραμματικά, έστω, στα ερωτήματα: «Τι είναι το ρεμπέτικο;», « Τι εκφράζει;», «Είναι λαϊκό;». Σας προειδοποιώ ότι εκ των πραγμάτων θα χρειαστεί να παρακολουθήσετε -χωρίς τη δυνατότητα πιθανού αντίλογου- τη ροή της σκέψης ενός αγιάτρευτα ερωτευμένου με το ρεμπέτικο. Αποποιούμαι τη συνδρομή της καθόλου σοφής σοφίας «αμαρτία ωμολογημένη αμαρτία ουκ έστιν». Είμαι μάλλον με τη λαϊκή άποψη «από τότε που βρέθηκε το σχώρα με, χάθηκε το φιλότιμο». Σχωράτε με λοιπόν και για το φιλότιμο βλέπουμε.

 

Το ρεμπέτικο αποτελεί καλλιτεχνική έκφραση των προλετάριων και μισοπρολετάριων της πόλης σε μιαν εποχή γρήγορης αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας και βίαιης -λόγω της προσφυγιάς- προλεταριοποίησης των λαϊκών μαζών.

 

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι νεόπλουτοι αστοί (κομπραδόρικη αστική τάξη τη λέγαμε παλιότερα) στο ρετιρέ του κοινωνικού οικοδομήματος λικνίζονταν στους ρυθμούς του αργεντίνικου ταγκό και του βιεννέζικου βαλς - πολύ εθνική αστική τάξη, όπως βλέπετε. Οι αξιολύπητοι μικροαστοί λαχάνιαζαν προσπαθώντας ν’ ανεβούν τη σκάλα, έτρωγαν τη μίζερη ζωή τους στη σκάλα κι εκφράζονταν τάχα με τα ζαχαρωμένα εκείνα «δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες». Για τους στοιβαζόμενους στην πόλη πρώην επαρχιώτες η βοσκοπούλα, η φλογέρα, οι λαγκαδιές και τ’ άλλα ήταν μακρινό, θολό και ανεπίστροφο παρελθόν. Τότε το προλεταριάτο στο υπόγειο αυτού του οικοδομήματος βυσσοδομούσε κατά τη συνήθειά του. Αντλώντας από πηγές λαϊκές παλιότερες -μικρασιάτικες κυρίως- εκφράζονταν με τη μουσική, το στίχο και το χορό του ρεμπέτη. Κι επειδή ήταν πονεμένη η ζωή του, η έκφρασή του ήταν γνήσια και άμεση, όπως ένα «ωχ».

 

Ήταν λούμπεν ο ρεμπέτης; Η δική μου απάντηση είναι: «Ναι, κατά κανόνα και εν πολλοίς ήταν λούμπεν». Πολλοί αληθινοί φίλοι του ρεμπέτικου θεωρούν λαθεμένη ως ιερόσυλη μια τέτοια γνώμη, κυρίως γιατί υποστηρίχτηκε από τους αντίπαλους, τους δημιουργούς του λεγόμενου ελαφρού τραγουδιού (κατά τη μαρτυρία του Γ. Παπαϊωάννου, όταν το ’37 ο Μεταξάς πήρε μέτρα λογοκρισίας, στους διαδρόμους των δισκογραφικών εταιριών πολλοί «ελαφροί» έλεγαν χαιρέκακα: «Ώρα να γυρίσουν στους τεκέδες οι χασικλήδες». Εννοείται πως ο απαξιωτικός χαραχτηρισμός αφορούσε τους δημιουργούς και ερμηνευτές του ρεμπέτικου). Η δική μου επιχειρηματολογία εμπεριέχει τα τέσσερα παρακάτω στοιχεία:

 

1) Το κύριο χαραχτηριστικό του λούμπεν είναι ότι δεν έχει συνείδηση της τάξης του κι επομένως ούτε της ιστορικής αποστολής της.

 

2) Το λούμπεν δεν είναι κατ’ ανάγκη μόνιμη κατάσταση αλλά μεταβατική ή δυνάμει μεταβατική.

 

3) Οι γέφυρες που ενώνουν τους λούμπεν με τους άλλους λαϊκούς ανθρώπους είναι γεμάτες κόσμο σ’ ένα συνεχές πήγαινε- έλα.

 

4) Η άνοδος του εργατικού κινήματος και άλλες περιστάσεις δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες, ώστε η πορεία αυτή στις γέφυρες να γίνεται κυρίως φυγή από το λουμπεναριό. Τέτοιες συνθήκες διαμορφώθηκαν, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, τη δεκαετία του ’40 και λίγο πριν.

 

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία κάθε καλοπροαίρετος οφείλει να δεχτεί πως το ρεμπέτικο ήταν λαϊκό τραγούδι ή, ακριβέστερα, ήταν το λαϊκό τραγούδι σε μια συγκεκριμένη περίοδο κι ένα συγκεκριμένο χώρο. Αν λαϊκό είναι ό,τι εκφράζει το λαό στο σύνολό του ή σ’ ένα μέρος του και γίνεται αργά ή γρήγορα αποδεκτό από το λαό, τότε το ρεμπέτικο είναι πέρα για πέρα λαϊκό. Λέμε «και σ’ ένα μέρος του λαού», γιατί αποδειγμένα συμβαίνει κι έτσι. Το νησιώτικο τραγούδι λ.χ. δεν εξέφραζε τους Τρικαλινούς και τα δημοτικά των Τρικαλινών δεν εξέφραζαν τους νησιώτες, είναι όμως και τα δυο είδη λαϊκά.

 

Ας πάρουμε μια πρώτη γεύση. «Απελπίστηκα», του Μάρκου Βαμβακάρη, ηχογραφημένο το 1960.

 

«Απελπίστηκα»

 

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,

 

όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.

 

Απελπίστηκα, μανούλα μου να υποφέρω,

 

κουράστηκα μες στη ζωή το Χάρο να γυρεύω.

 

Όσο είναι η νύχτα σκοτεινή έτσι 'ναι κι η καρδιά μου

 

και σαν τη σιγανή βροχή τρέχουν τα δάκρυά μου.

 

Απελπίστηκα, μανούλα μου, να υποφέρω,

 

κουράστηκα μες στη ζωή το Χάρο να γυρεύω.

 

Θα πά' να εύρω μια σπηλιά με πέτρες και με χώμα,

 

εκεί θ' αφήσω κόκαλα, ζωή, ψυχή και σώμα.

 

Ο μικροαστός εξυπνάκιας βρήκε να παρατηρήσει πως είναι καταθλιπτικά απαισιόδοξο τραγούδι. Γενίκευσε μάλιστα με το γνωστό δικαίωμα της ημιμάθειας και της αυθαιρεσίας αυτή τη «φριχτή κατηγορία» απλώνοντάς την σ’ όλο το ρεμπέτικο. Και ποιος τολμά να κρίνει; Ο τρισδύστυχος χαζοχαρούμενος που γι’ αυτόν ο Καρυωτάκης θα ξανάγραφε « Πρέβεζες», αν ζούσε κι αν τον έβλεπε Κυριακή 10 η ώρα το πρωί να σουλατσάρει κουστουμαρισμένος και κρατώντας υπό μάλης ενάμισυ κιλό εφημερίδα από κείνες με το πλερεζέ ένθετο.

 

Από την άλλη ο ρεμπέτης τραγουδοποιός αντιδρούσε συνήθως με την κομπλεξική -λόγω ενοχής!!!- απολογητική διαμαρτυρία του «Μα τι λες; Εγώ έχω γράψει…». Κι απαριθμούσε χαρούμενα τραγούδια του.

 

Εμείς τι να πρωτοαπαντήσουμε στην ηλίθια «κατηγορία»; Αρκούμαστε στα παρακάτω ελάχιστα και συμβολικά:

 

1) Η λέξη τραγούδι είναι η εξέλιξη της αρχαίας λέξης τραγωδία. Και οι λέξεις είναι μαρτυριάρες, όπως θα δούμε και παρακάτω. Οι δικοί μου οι Πόντιοι επιμένουν ακόμη να λένε το τραγούδι τραγωδίαν.

 

2) Όταν πέφτει κανείς και χτυπάει και -πολύ περισσότερο- όταν τον χτυπούν, φυσικό είναι, αφού πονάει, να φωνάζει «ωχ μανούλα μου» και όχι « τραλαλά».

 

Ένα ακόμη δείγμα «καταθλιπτικού» μ’ άλλην αιτία τραγουδιού. Η «Καλόγρια» του Βαγγέλη Παπάζογλου, ηχογραφημένο το 1937.

 

«Η καλόγρια»

 

Βαρέθηκα τον κόσμο πια, καλογριά θα γίνω (δις)

 

κι απάνω σε ψηλό βουνό, μονάχη μου θα μείνω

 

κι απάνω σε ψηλό βουνό, μανούλα μου, μονάχη μου θα μείνω

 

Στα μαύρα το κορμάκι για πάντα θα το ντύσω (δις)

 

τη φλόγα π’ έχω στην καρδιά, ψεύτη ντουνιά, ίσως και τηνε σβήσω

 

τη φλόγα π’ έχω στην καρδιά, ε ρε ντουνιά, ίσως και τηνε σβήσω 

 

Καλόγρια θε να γινώ να μπω σε μοναστήρι (δις)

 

και θα αρνηθώ για πάντα πια, ψεύτη ντουνιά, πόρτα και παραθύρι

 

και θα αρνηθώ για πάντα πια, αχ βρε ντουνιά, πόρτα και παραθύρι

 

Θα πα’ να βρω ηγούμενη να μοιάζει σαν και μένα (δις)

 

να κλαίγω εγώ για κείνηνε και εκείνη για τα μένα (δις)

 

Η νεαρή γυναίκα, ερωτικά απογοητευμένη, γυρεύει καταφύγιο στο μοναστικό βίο. Μην την πιστεύετε. Η απειλή χρησιμεύει μόνο στην εκτόνωση του ερωτικού καϋμού, Οι λέξεις είναι κι εδώ μαρτυριάρες.

 

«…και θ’ αρνηθώ για πάντα πια πόρτα και παραθύρι». Η κοινωνική θέση της νεαρής γυναίκας κι οι χαρές της ζωής της - τι όργιο! Να βλέπει από το παράθυρο την κίνηση στο δρόμο ή να κάθεται έξω από την πόρτα μαζί με τις γειτόνισσες, να «κάνει ρούγα». Σας θυμίζει τίποτε από Κοκκινιά; Το τραγούδι βέβαια είναι λυπητερό. Πώς να γινόταν αλλοιώς; Απ’ αφορμή αυτό να εξοφλήσω ένα χρέος με την παρακάτω εξήγηση. Οι αναλύσεις μου των τραγουδιών αφορούν το ποιητικό τους μέρος, το στίχο, και γι’ αυτό είναι αποκλειστικά φιλολογικές, παράγωγο- ελπίζω- ιστορικής και κοινωνιολογικής θεώρησης. Το μουσικό και το χορευτικό μέρος τους θ’ απαιτούσε τη στοιχειώδη τουλάχιστον άνεση στη χρήση των αντίστοιχων όρων και δε διαθέτω τον αναγκαίο σχετικό εξοπλισμό. Μπορώ μόνο να βεβαιώσω αυτό που κι ο καθένας από σας. Η μουσική νοιώθω ν’ αντιστοιχεί στο νόημα των στίχων. Θ’ ακούσετε παρακάτω την κεφάτη μουσική του « Θα στο λύσω» και συγκρίνετέ την μ’ αυτήν, τη λυπητερή, όπως είπαμε, της «Καλόγριας». Μην πείτε πάντως πως αυτό είναι αυτονόητο. Τα τραγούδια που προβάλλουν οι εταιρίες, τα κανάλια και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί στο μεγάλο μέρος τους δεν πληρούν ούτε αυτόν τον «αυτονόητο» όρο και η κερδοσκοπία είναι ο αθωότερος λόγος. Όμως πώς θα γινόταν αλλοιώς, όταν ο ερωτικός καϋμός έχει εκφυλιστεί σε καψούρα;

 

Δείγμα χαρούμενου σατιρικού τραγουδιού: «Θα στο λύσω» του Βαγγέλη Παπάζογλου, ηχογραφημένο το 1936.

 

«Θα στο λύσω»

 

Μου ’βαλες ένα αίνιγμα μικρή μου να στο λύσω

 

και μου ’πες πως θε να σταθείς και γω να σε φιλήσω

 


Να σου το λύσω έλα δω, έλα να σου το λύσω

 

μα σαν στο λύσω να σταθείς και γω να σε φιλήσω

 


Μου ’πες πώς είσαι λεμονιά με όμορφα λεμόνια

 

να τα παινέσω θέλησα κι είπα πως είν’ πεπόνια

 


Να σου το λύσω έλα δω, έλα να σου το λύσω

 

μα σαν στο λύσω να σταθείς και γω να σε φιλήσω

 


Μου ’πες πώς είσαι μάνα μου κορώνα με διαμάντια

 

και γω είπα πώς με κάψανε τα δυο γλυκά σου μάτια

 


Να σου το λύσω έλα δω, έλα να σου το λύσω

 

μα σαν στο λύσω να σταθείς και γω να σε φιλήσω

 


Μα συ δεν ήθελες μικρό αίνιγμα να σου λύσω

 

ήταν ο μπούστος σου σφιχτός κι ήρθες να στον ξεσφίξω

 


Να σου το λύσω έλα δω, έλα να σου το λύσω

 

μα σαν στο λύσω να σταθείς και γω να σε φιλήσω

 

Προσέξτε τα παρμένα από τη δημοτική ποίηση σεξουαλικά υπονοούμενα της λεμονιάς και των λεμονιών που ο ασυμμάζευτος Β. τα βλέπει σαν πεπόνια. Η κατακλείδα του τραγουδιού αποκαλυπτική και γι’ αυτούς που δεν αρπάζουν στον αέρα τα υπονοούμενα:

 

«Μα συ δεν ήθελες, μικρό, αίνιγμα να σου λύσω,

 

ήταν ο μπούστος σου σφιχτός κι ήρθες να στον ξεσφίξω».

 

Ακολουθεί ένα ακόμη χαρούμενο τραγούδι με πιο ζόρικη τη σάτιρα: «Της το βγάλανε», του Βαγγέλη Παπάζογλου, ηχογραφημένο το 1935.

 

«Της το βγάλανε»

 

Η Άννα ήταν η πιο όμορφη, μέσα στη γειτονιά της

 

μα οι μάγκες της το βγάλανε, κρυφά από τη μαμά της

 


Της το βγάλανε της το βγάλανε,

 

της Άννας τ’ όνομά της,

 

κρυφά από τη μαμά της,

 

της Άννας τ’ όνομά της,

 

και το ’μαθε η μαμά της

 


Με μάγκες εγουστάριζε, να παίρνει τον καφέ της

 

Γι' αυτό και της το βγάλανε, μια νύχτα στον μπαξέ της

 


Άννα δεν το ’κανες καλά, μέσα στη γειτονιά σου

 

και πήγες και στο βγάλανε, κρυφά από τη μαμά σου

 


Κρίμα, ρε Άννα, στο βγάλανε!

 

Εδώ να προσέξουμε το έως το τέλος σκοτεινό αντικείμενο του πόθου και την ανεκτική «ηθική» στάση απέναντι στο προπατορικό αμάρτημα:

 

«Άννα, δεν τό ’κανες καλά μέσα στη γειτονιά σου

 

και πήγες και στο βγάλανε κρυφά ’πό τη μαμά σου».

 

Την πρωτοποριακή για τις τότε αντιλήψεις ανοχή προδίνουν το σχήμα λιτότητας «δεν τό ’κανες καλά» κι όχι «έκανες άσχημα», το «μέσα στη γειτονιά σου», που σημαίνει: «και συ, καϋμένη, δεν πήγαινες κάπου μακρυά» και το «κρυφά ’πό τη μαμά σου», που σημαίνει: «ας τό ’λεγες πριν στη μάνα σου». Να μην παρεξηγηθώ. Η στάση του Β.Π. δεν είναι καθόλου ξένη στο λαό μας. Από τον Αριστοφάνη μέχρι τα δημοτικά σατιρικά της Αποκριάς ο λαός ώρες-ώρες «έχει γραμμένες» τις σεμνότυφες τάχα ηθικές αντιλήψεις - που κατά διαβολική σύμπτωση είναι όλες σχεδόν σε βάρος της γυναίκας.

 

Και βέβαια ήρθε η σειρά για τρία από τ’ αμέτρητα ερωτικά ρεμπέτικα. Πρώτο το «Μια όμορφη μελαχρινή», του Μάρκου, ηχογραφημένο 1939.

 

«Μια όμορφη μελαχρινή»

 

Μια όμορφη μελαχρινή, 
ναζιάρα και σκερτζόζα 
τόσο πολύ με τυραννεί
και μου κρατάει πόζα.

 

Θα την ζυγώσω μια βραδιά 
και θα την αρωτήσω 
πώς γίνεσαι τόσο κακιά,
για σένα θ’ αρρωστήσω.

 

Τα κατσαρά σου τα μαλλιά,
τα μάτια σου τα μαύρα 
μες τη δική μου αγκαλιά 
θα σβήσουν κάθε λαύρα.

 

Δεύτερο, ασχολίαστο κι αυτό, το «Πριν το χάραμα» των Γιάννη Παπαϊωάννου και Χαράλαμπου Βασιλειάδη, που ηχογραφήθηκε το 1948.

 

«Πριν το χάραμα»

 


Πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα
και στο πρώτο μας το στέκι την αυγούλα γύρισα.

 

Κάποια άλλη μ' είχε μπλέξει με καμώματα,
σ' αγαπώ κι ήρθα κοντά σου πριν τα ξημερώματα

 

Πριν ακόμα σβήσουν τ' άστρα εξεπόρτισα,
αχ, να ξανάβρω τα δυό σου χείλη που ποτέ δε χόρτασα.

 

Τρίτο το «Βάλε με στην αγκαλιά σου» του Βαγγέλη Παπάζογλου, ηχογραφημένο το 1934.

 

«Βάλε με στην αγκαλιά σου»

 

Βάλε με στην αγκαλιά σου,

 

για να κοιμηθώ κοντά σου,

 

βάλε με, φως μου, βάλε με

 

και, πριν να φέξει, βγάλε με.

 

Μη φοβάσαι τη μαμά σου,

 

βάλε με στην κάμαρά σου,

 

βάλε με, φως μου, βάλε με

 

και, πριν να φέξει, βγάλε με.

 

Βάλε μ’ από το πορτί σου,

 

για να κοιμηθώ μαζί σου,

 

βάλε με, φως μου, βάλε με

 

και, πριν να φέξει, βγάλε με.

 

Βάλε μ’ από το ντουβάρι,

 

μη μας πάρουνε χαμπάρι,

 

βάλε με, φώς μου, βάλε με

 

κι από τη μάντρα βγάλε με.

 

Πρόκειται για μιαν τολμηρή, χωρίς ίχνος χυδαιότητας βέβαια, ερωτική δέηση, τόσο τολμηρή για τα μέτρα της εποχής που αγγίζει τα όρια της φαντασίωσης. Παράλληλα το «κάστρο της Ωριάς» περιγράφεται με τρόπο που γεννάει τη μαζοχιστική νοσταλγία όσων γνώρισαν τα πρώτα σπίτια των προσφύγων της Κοκκινιάς, του Κορυδαλλού, της Ν. Ιωνίας… Υλικό της περιγραφής τέσσερα ουσιαστικά (η κάμαρά σου, το πορτί σου, το ντουβάρι, η μάντρα) και κανένα επίθετο, σημάδια προχωρημένης ποίησης.

 

Ώρα να περάσουμε στα «καταραμένα» τραγούδια. Το ένα μέρος τους αφορά τα ναρκωτικά και τ’ άλλο τους φτωχοδιάβολους της παρανομίας. Αναφορές στο χασίσι βρίσκει κανείς σε πάμπολλα ρεμπέτικα τραγούδια και παντού σχεδόν, δηλαδή μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως θα δούμε, οι ρεμπέτες κρατάνε στάση θετική, απροκάλυπτα. Κάποιοι βέβαια αργότερα -μετά τον πόλεμο κυρίως- «κάνανε την κυρία», κατά την εύστοχη παρατήρηση ενός ρεμπέτη, του Γ. Κυριαζή. Η μαγκιά ήταν συνδεμένη με τη χασισοποτεία κι όποιος παραγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα ή την ωραιοποιεί ή για διάφορους λόγους υποκρίνεται. Οι πιο πολλοί ρεμπέτες προτιμούσαν, στο βαθμό που εξαρτιόταν απ’ αυτούς, τη σιωπή γύρω από το ζήτημα, στάση στοιχειωδώς τίμια και που πρέπει να κριθεί σαν επιβαλλόμενη άμυνα στα μεταπολεμικά χρόνια.

 

Θ’ ακούσουμε δυο αντιπροσωπευτικά του είδους τραγούδια. Πρώτο το «Κουτσαβάκι» του Ανέστη Δελιά, ηχογραφημένο το 1936.

 

«Κουτσαβάκι»

 

Ρε μάγκα, το μαχαίρι σου

 

για να το κουσουμάρεις,

 

πρέπει να έχεις την ψυχή,

 

καρδιά, για να το βγάλεις.

 

Σε μένα δεν περνάν αυτά

 

και κρύψε το σπαθί σου,

 

γιατί μαστούρης θα γινώ

 

και θά ’ρθω στο τσαρδί σου.

 

Να πας αλλού, φιγουρατζή,

 

να κάνεις τη φιγούρα,

 

γιατί κι εγώ φουμάρισα

 

κι έχω τρελλή μαστούρα.

 

Στό ’πα να κάτσεις φρόνιμα,

 

γιατί θα σε τσακίσω,

 

Θα ’ρθω με το κουμπούρι μου

 

Και θα σε ξευτιλίσω.

 

Πιο αντιπροσωπευτικό του είδους το «Η φωνή του αργιλέ» του Β. Παπάζογλου. Μια πρόσθετη απόδειξη της απήχησής του είναι το γεγονός ότι το κατάκλεψαν έξι «συνάδελφοι» του Βαγγέλη Παπάζογλου.

 

Ηχογραφημένο το 1934.

 

«Η φωνή του αργιλέ»

 

Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο γεντί κουλέ

 

από το πολύ σικλέτι τό ‘ριξα στον αργιλέ.

 

Φύσα, ρούφα, τράβα τόνε, πάτα τόνε κι άναφ’ τόνε, 2

 

φύλα τσίλιες για τους βλάχους, κείνους τους δεσμοφυλάκους.

 

Κι άλλα πέντε ξεχασμένος από σένανε, καλέ, 2

 

για παρηγοριά οι μάγκες μου πατούσαν αργιλέ.

 

Φύσα…

 

Τώρα πού ’χω ξεμπουκάρει μέσα απ’ το γεντί κουλέ 2

 

γέμωσε τον αργιλέ μας να φουμάρουμε, καλέ.

 

Φύσα…

 

φύλα τσίλιες απ’ τ’ αλάνι κι έρχονται δυο μολισμάνοι.

 

Πριν αρχίσει το τραγούδι, ακούμε έναν πολύ ενδιαφέροντα διάλογο ανάμεσα στο Β.Π. και στο Στελλάκη Περπινιάδη:

 

Β.: Γεια σου, φίλε μου Στελλάκη.

 

Σ : Γεια και χαρά σου, Βαγγέλη μου.

 

Β.: Τι είναι αυτό που κρατάς ;

 

Σ.: Αργιλές.

 

Β.: Αργιλές;

 

Σ.:Αμ τί ήθελες να κρατώ, κανένα υπερωκεάνειο;

 

Β.: Μα αιωνίως, μωρ’ αδερφέ μου Στελλάκη, όποτ’ έρθω να σε βρω, όλο με τον αργιλέ στα χέρια σε βρίσκω.

 

Σ.: Αχ, φίλε μου Βάγγο, έχεις δίκιο. Αλλά, αν ήξερες κι εσύ τα ντέρτια και τα βάσανα πού ‘ χω, δε θα μ’ αδικούσες. ΄Ακου τα, μωρ’ αδερφέ μου Βάγγο, να με παρηγορήσεις.

 

Θέατρο. Μαζί με το τραγούδι θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα πλήρες επιθεωρησιακό σκετς. Θα δικαιολογήσω την προτίμηση του όρου «επιθεωρησιακό». Σκηνικό ένα κελλί, ο αργιλές στη μέση και γύρω-γύρω τα ντερβίσια. Όπως βλέπετε, οι σημερινές φυλακές έχουν παράδοση δεκαετιών και βέβαια λειτουργούν με τους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς (ελικόπτερα, κινητά κ.ά.). Το ύφος των ομιλιών είναι τραβηγμένα μάγκικο. Η ερώτηση « Τι είναι αυτό που κρατάς;» πέρα από τους λόγους θεατρικής οικονομίας (ο ακροατής δε βλέπει) είναι σκόπιμα αστεία, όπως και το ξεκάρφωτο υπερωκεάνειο. Να μην ξεχάσουμε και τα ηχητικά εφφέ, παρακαλώ. Την αναρρόφηση. Δε μου το βγάζετε από το μυαλό ότι το πειραχτήρι ο Β. σατιρίζει την ολέθρια έξη της μαγκιάς. Στο ίδιο το τραγούδι τα επιχειρήματα του Στελλάκη είναι αντιφατικά. Φταίει η φυλακή, φταίει η άπιστη γυναίκα, φταίει και η χαρά από την αποφυλάκιση. Σαν τον αλκοολικό που πίνει το πρωί, για να ξυπνήσει, και το βράδυ, για να πέσει για ύπνο. Πίνει, για ν’ ανοίξει η όρεξη, και μετά το φαγητό, για να χωνέψει. Για να δροσιστεί -με δυο παγάκια- όταν κάνει ζέστη, και για να ζεσταθεί, όταν κάνει κρύο. Στη λύπη, για να ξεχάσει, και στη χαρά, για να το γλεντήσει. Πίνει ακόμη και για να στρώσει το στομάχι του από το ποτό.

 

Συνολικά θα έλεγα για τη στάση εδώ του Β.Π. απέναντι στο χασίσι πως κρίνεται θετική μετ’ επιφυλάξεων. Να προσέξουμε ακόμη τους «βλάχους» δεσμοφύλακες, Τα φτωχά αγροτόπαιδα δεν είχαν και πολλές διεξόδους. Το μαρτυριάρικο «δικασμένος». Τονε « δίκασαν» πέντε χρόνια. Δε χρειάζεται το « κατά». Έτσι και σε πήγαιναν σε δίκη, είχες την καταδίκη στην τσέπη, αν ήσουν φτωχός. Υπερβολή; Όσο υπερβολική είναι η πραγματικότητα 95 στις 100 απεργίες να κρίνονται παράνομες και καταχρηστικές. Ακόμη σημειώστε την ευρηματική ρεμπέτικη παρετυμολόγηση και δολιοφθορά στο «μολισμάνοι». Αποκαλύπτει τα θερμά αισθήματα για τα όργανα της τάξης που τρέφει ο ρεμπέτης - μόνο;

 

Όπως ειπώθηκε, κατ’ εξαίρεση μόνο ο ρεμπέτης κρατάει αρνητική στάση απέναντι στο χασίσι. Η διαλεκτική της ζωής μπορεί να εξηγήσει γιατί και πώς ο Β. Π., ο συνθέτης ύμνων στο χασίσι, θα γράψει και το «Ο ξεμάγκας».

 

Ηχογραφημένο το 1935.

 

«Ο ξεμάγκας»

 

Βαρέθηκα τον αργιλέ, σιχάθηκα τη μαύρη,

 

θ’ αφήσω το κορμάκι μου αλλού νταλκάδες νά ’βρει.

 

Τις όμορφες θα κυνηγώ, κρασί και σαντουράκι

 

κι όχι το παλιομπούζουκο και το μπαγλαμαδάκι.

 

Φύγε από με κουτόχορτο, χάσου και συ τσιμπούκι,

 

ν’ ανοίξω τα ματάκια μου από το μαστουρλούκι.

 

Γιατί, όσο εφουμάριζα κι έπαιζα και το ζάρι,

 

μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω παλαβιάρη.

 

Ξεμάγκας. Εύστοχη αλλά χωρίς συνέχεια στη γλώσσα μας άρνηση του μάγκα. Ο Β.Π. αρνιέται το χασίσι και τους μπουζουκομπαγλαμάδες, που σύμφωνα και με τη γενική αντίληψη του κοινωνικού περίγυρου ήταν συνδεμένοι με το χασίσι. Αρνιέται το μπαρμπούτι. Ξεπερνά και την αυταπάτη για το τάχα κύρος του μάγκα, έχοντας επίγνωση ότι άλλα λέγονται πίσω από την πλάτη του για τις συμπεριφορές του. Το τραγούδι, αν και όχι με τον τραγικό τρόπο που συναντάμε στα αφιερωμένα στον πρεζάκια τραγούδια του Αν. Δελιά και του Γιοβάν Τσαούς, αποκαλύπτει τον αγώνα και την αγωνία του ναρκομανή, που βλέπει- γιατί , ανεξάρτητα από το τι λέει και το τι κάνει, δεν είναι τυφλός- τον καταστροφικό δρόμο που πήρε. Σήμερα ξέρουμε καλύτερα πόσο δύσκολη είναι η απόφαση να ξεκόψει, αν δεν έχει την κοινωνική συμπαράσταση και δεν απαλειφθούν οι όροι που τον πρωτοέσπρωξαν στα ναρκωτικά.

 

Αντίθετα η καταδίκη της πρέζας είναι γενική κι απόλυτη. Για το ρεμπέτη η πρέζα αποτελεί τον έσχατο σωματικό, ψυχικό και κοινωνικό ξεπεσμό που μόνο τον οίκτο του γεννάει.

 

«Ο πρεζάκιας» του Γιοβάν Τσαούς, ηχογραφημένο το 1936.

 

«Ο πρεζάκιας

 


Είμαι πρεζάκιας μάθε το,
μα όπου και να πάω,
όλοι «φύγε» με λέγουνε,
νομίζουν θα τους φάω

 

Με βλέπουν και σιχαίνονται
μα εγώ δυάρα δε δίνω
την πρέζα μόνο αγαπώ
και ό,τι θέλει ας γίνω

 

Μες στο βαγόνι κάθομαι,
για σπίτι δε θυμούμαι
κι ένα τσουβάλι βρώμικο
το στρώνω και κοιμούμαι

 

Τα ρούχα μου ελιώσανε,
φάνηκε το κορμί μου,
η πρέζα με φαρμάκωσε,
τελείωσε η ζωή μου

 

Χαρμάνης όταν κάθομαι
πως σκέφτομαι την πείνα,
σαν μαστουρώσω βρε παιδιά,
δική μου είναι η Αθήνα.

 

Σαν αποθάνω, φίλε μου,
έρχεται αστυνομία,
μετά το σκουπιδιάρικο
και κάνει την κηδεία.

 

Ας έρθουμε τώρα στους φτωχοδιάβολους της παρανομίας, τα «λουλούδια» του περιθώριου. Κάμποσα τραγούδια είναι αφιερωμένα σ’ αυτούς και στα περισσότερα ο ρεμπέτης εκφράζει κατανόηση, ανοχή, συμπάθεια, επιείκεια και ποτέ την κατεστημένη ηθική του υποκριτή που «διυλίζει τον κώνωπα και καταπίνει την κάμηλον».

 

«Οι λαχανάδες» του Β. Παπάζογλου. Τραγούδι κι αυτό! Εφτά και βάλε δεκαετίες πέρασαν κι ακόμη ακούς στις παρέες «Κάτω στα λεμονάδικα…». Είχε πέντε εκτελέσεις μέσα σ’ ένα χρόνο. Το κατάκλεψαν δέκα «συνάδελφοι» του Β.Π. σε «δικά τους» τραγούδια.

 

Οι «Λαχανάδες», ηχογραφημένο το 1934.

 

«Οι λαχανάδες»

 

Κάτω στα λεμονάδικα γίνηκε φασαρία.

 

Δυο λαχανάδες πιάσανε και κάναν την κυρία.

 

Τα σίδερα τους φόρεσαν και στη στενή τους πάνε

 

κι, αν δε βρεθούν τα λάχανα, το ξύλο που θα φάνε.

 

Κυρ αστυνόμε, μη βαράς, γιατί και σύ το ξέρεις

 

πως η δουλειά μας είν’ αυτή και ρέφα μη γυρεύεις.

 

Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες,

 

για να μας βλέπουν ταχτικά της φυλακής οι πόρτες.

 

Δε μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα,

 

γι’ αυτό τσιμπούμε λάχανο και την περνούμε φίνα.

 

«Λάχανο» το πορτοφόλι. Φύλλα του «λάχανου» τα δυο-τρία χωρίσματα του δερμάτινου πορτοφολιού και τα χαρτονομίσματα μέσα. «Παντόφλα» πάλι το πορτοφόλι, γιατί με τα ανοίγματα-υποδοχές των κερμάτων έμοιαζε με παντόφλα. Οι πληροφορίες για τη ζωή των παράνομων –αποδιοπομπαίων της κοινωνίας άφθονες και στη σπαρταριστή γλώσσα τους.

 

«Κάναν την κυρία», δηλ. παρίσταναν πως δεν έχουν καμιά σχέση με την κλοπή. «Σίδερα» οι χειροπέδες και «στενή» το κρατητήριο. Κάθε λέξη και ποιητικό εύρημα. «…το ξύλο που θα φάνε». Ο ξυλοδαρμός, για να « ξεράσουν όσα ξέρουν» -καμιά φορά κι όσα δεν ξέρουν- ήταν κοινό μυστικό. Ο βασανισμένος κρατούμενος είχε βέβαια το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα να προσφύγει στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Περιέργως στον Τύπο της εποχής δεν αναφέρονται τέτοιες προσφυγές και άρα ούτε καταδίκες αστυνομικών οργάνων.

 

«…και ρέφα μη γυρεύεις». Κοινό μυστικό επίσης ότι τα όργανα της τάξης « τά ΄παιρναν», για να κάνουν τα στραβά μάτια. Μιλάμε για τότε, ενώ σήμερα… Στα χειρόγραφα του Β.Π. αντί για «ρέφα» διαβάζουμε «λόγια», που σημαίνει «να μαρτυρήσουμε πού είναι τα κλεμμένα και ποιοι οι συνεργάτες, δηλ. να γίνουμε ρουφιάνοι». Αν πάρουμε υπόψη μας ότι ο Στελλάκης αμέσως μετά φωνάζει «κάλλιο ο θάνατος» -διακήρυξη που ελάχιστα ταιριάζει στο «ρέφα»- μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η λέξη «λόγια» ακουγόταν στα πάλκα σαν η αυθεντική του τραγουδιού. Κάλλιο ο θάνατος παρά η ρουφιανιά. Είναι ζήτημα τιμής.

 

«Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, για να μας βλέπουν ταχτικά της φυλακής οι πόρτές». Επειδή της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες; Όχι βέβαια. Η πρόταση φαίνεται τελική αλλά είναι συμπερασματική (του πραγματικού αποτελέσματος).

 

«Δε μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα». Εντυπωσιακή η κλιμάκωση του κακού (πρώτη η πείνα και δεύτερος ο θάνατος). Τραγική ειρωνεία. Σε πέντε-έξι χρόνια, με την κατοχή, οι δυο έννοιες θα ισοβαθμήσουν. Να προσέξουμε όμως την επισήμανση της αιτίας της κλοπής, της πείνας, δηλ. της φτώχειας. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν αναζητιέται και δε βρίσκεται επομένως η αιτία της αιτίας, το τι φταίει για τη φτώχεια. Κι όταν επιχειρεί αλλού ο ρεμπέτης να τη βρει, το πολύ να φτάσει μέχρι την «κακή μοίρα», τον «ψεύτη ντουνιά», την «άδικη κοινωνία». Λίγα χρόνια πριν ο μεγάλος Βάρναλης γράφει τους «Μοιραίους» του, τους δυστυχώς και σήμερα επίκαιρους. Άλλαξε λίγο το σκηνικό. Δε βρίσκεις σήμερα εύκολα υπόγεια ταβέρνα και οι συγκαιρινοί μοιραίοι δε διαθέτουν τα 5 ευρώ, για να μπεκροπίνουν και να «φιλοσοφούν» μέσα σ’ αυτήν το βραδάκι.

 

Οι δημιουργοί και οι ερμηνευτές του ρεμπέτικου (συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές, οργανοπαίχτες - αρκετοί ήταν όλα αυτά μαζί) έζησαν ανάμεσα σ’ εργάτες και μικροεπαγγελματίες, βιοπαλαιστές δηλ. με όλο το νόημα που αποδίνει η λέξη. Οι περισσότεροι μάλιστα άσκησαν αρχικά ή παράλληλα ή κατά διαστήματα βιοποριστικά επαγγέλματα, όταν η ενασχόληση με το ρεμπέτικο δεν τους εξασφάλιζε τα προς το ζην. Γι’ αυτό και οι αναφορές στα βάσανα, τους αγώνες και τα όνειρα των προλετάριων και μισοπρολετάριων ούτε λίγες είναι ούτε περιστασιακές. Ο «θερμαστής» του Γιώργου Μπάτη τα λέει όλα και, όπως συμβαίνει συχνά με την τέχνη, καλύτερα από τον όποιο αναλυτή.

 

«Ο θερμαστής», ηχογραφημένο το 1934.

 

«Ο θερμαστής»

 

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι
κι ο θερμαστής στο στόκολο
με τις φωτιές μαλώνει.

 

Αγάντα θερμαστάκι μου,
και ρίχνε τις φτυαριές σου
μέσα στο καζανάκι σου,
να φτιάξουν οι φωτιές σου.

 

Κάργα ρασκέτα και λοστός
τον Μπέη να περάσω
και μες του Κάρντιφ τα νερά
εκεί να πάω ν' αράξω.

 

Μα η φωτιά είναι φωτιά,
μα η φωτιά είναι λαύρα
κι η θάλασσα μου τα ΄κανε
τα σωθικά μου μαύρα.

 

Πολλοί έμειναν έκπληκτοι από την αλλαγή στάσης του ρεμπέτη απέναντι στη ζωή κατά τον πόλεμο, την Αντίσταση και τον εμφύλιο. Μίλησαν ακόμη και για μετάλλαξή του, για να δείξουν το απρόσμενο και, ας πούμε, παρά φύση αυτής της μεταστροφής. Μια βαθύτερη όμως μελέτη θα δείξει ότι η εξέλιξη ήταν πολύ φυσιολογική.

 

Η ηθική του ρεμπέτη και οι αρχές της -παρά τη ρευστότητά τους και τις αντιφάσεις τους- τον διευκόλυναν παρά τον δυσκόλευαν να κρατήσει την πρέπουσα στάση στις κρίσιμες ώρες. Η κόντρα στην εξουσία και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της, η απόρριψη κι ο χλευασμός της άδικης νομιμότητας, το φιλότιμο, το νταηλίκι, πάει να πει η συγκεχυμένη στις αιτίες και τους στόχους λεβεντιά κ.ά. θα γίνουν πρώτη ύλη για τη διαμόρφωση του φαινόμενου. Η δήλωση ενός ρεμπέτη «κανείς από τη φάρα μας δεν έγινε προδότης» μπορεί νά ’χει το ελάττωμα του απόλυτου, αλλά πως αυτός ήταν ο κανόνας δε χωράει καμιά αμφισβήτηση. Ας ακούσουμε το τραγούδι του Μιχάλη Γενίτσαρη, το αφιερωμένο στο δικό μας το Στέλιο τον Καρδάρα.

 

«Στέλιος Καρδάρας» (Μ. Γενίτσαρη)

 

Πενθοφορεί η Αγιά Σοφιά, Παλιά και Νέα Κοκκινιά.
Κλάψε κι εσύ τώρα, ντουνιά, πιάσαν το Στέλιο τα σκυλιά.

 

Τον πιάσαν Γερμανόφιλοι και ταγματασφαλίτες
το Στέλιο τον Καρδάρα μας στο Ρέντη οι αλήτες

 

Δεμένο τον επήγανε μπρος τον Αγιο Διονύση,
δέκα τουφέκια του ρίχνανε, ώσπου να ξεψυχήσει

 

Άδικα τον σκοτώσανε, λες κι ήτανε κατάρα,
γιατί ήταν στην Αντίσταση, το Στέλιο τον Καρδάρα.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Με τους ρεμπέτες τελειώσαμε. «Μάγκες δεν υπάρχουν πια. Τους πάτησε το τραίνο». Ατμομηχανή αυτού του τραίνου οι περιστάσεις και οι γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις της δεκαετίας του ’40. Με τους λούμπεν βέβαια δεν τελειώσαμε. Αυτοί επιβιώνουν παίρνοντας ποικίλες μορφές. Είναι πολλοί από τους «δε γίνεται τίποτα». Είναι οι κρυφοφασίστες του «Όλοι ίδιοι είναι» («κρυφο», κυρίως γιατί συχνά δεν ξέρουν - ή κρύβουν;- πως διαφημίζουν την αρχή του φασιστικού επιχειρήματος και του φασιστικού εγχειρήματος). Είναι οι χουλιγκάνοι που σου ματώνουν την καρδιά σχεδόν κάθε Κυριακή βράδυ, καθώς ασχημονούν πάνω στο ωραίο πτώμα του ποδόσφαιρου. Είναι κι άλλοι «ων ουκ έστιν αριθμός». Μην πανικοβάλλεσθε. Χρειάζονται την αυστηρότερη αντιμετώπιση αλλά και την κατανόηση που γεννάει η γνώση των αιτιών και η αισιοδοξία για την προοπτική τους. Μάρτυρας αδιάψευστος -καθ’ ο ιστορικός- που επιβεβαιώνει το ρεαλισμό της αισιοδοξίας μας, οι ρεμπέτες μας.