Η εφημερίδα μας

Efimerida Laiki Syspeirosi Iounios 2017 001

 Για παλιότερα τεύχη εδώ

Ένας άλλος Επιτάφιος…

Από την φίλη της σελίδας μας, Κουστουμπάρδη Λουίζα, λάβαμε το παρακάτω ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο «Ένας άλλος Επιτάφιος…»

«Ο Επιτάφιος»  του Γιάννη Ρίτσου, το γνωστό ποίημα που έγραψε ο ποιητής για το νεκρό διαδηλωτή της μεγάλης απεργίας του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, δεν πρωτοτυπεί ως προς το θέμα του. Η μάνα που θρηνεί για το νεκρό γιό της είναι θέμα αρκετά αγαπητό στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Ας θυμηθούμε το θρήνο της Εκάβης πάνω στο σώμα του νεκρού Έκτορα, όπως αυτός καταγράφεται στην Ιλιάδα ή το θρήνο της Παναγίας για το νεκρό Ιησού στα γνωστά σε όλους μας εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής. Μα και ο ίδιος ο ποιητής δηλώνει με τον τίτλο που δίνει στο ποίημά του (Επιτάφιος)  ότι αντλεί έμπνευση από τη μακραίωνη και πλούσια ποιητική μας παράδοση.  Όπως και η Εκάβη, έτσι και η μάνα του νεκρού διαδηλωτή θρηνώντας πάνω από το άψυχο σώμα του παιδιού τους εκφράζουν τον πόνο και τη συντριβή τους και τον πρόωρο χαμό του παιδιού τους.

 «Έκτορ, ω το ακριβότερο απ' όλα τα παιδιά μου,
και όταν εζούσες οι θεοί, γλυκέ μου, σ’ αγαπούσαν

Και τώρα μες στο θάνατο ακόμα σε λυπιούνται»

Μοιρολογεί η Εκάβη…

Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Λέει θρηνώντας και η μάνα του νεκρού διαδηλωτή…

γλυκ μου αρ, γλυκτατν μου Τκνον, ποδυ σου τ κλλος;

Άνοιξη αποκαλεί η Παναγία το Χριστό και αναρωτιέται που χάθηκε η ομορφιά του, στον επιτάφιο θρήνο της.

«Άνοιξη γιε που αγάπαγες και ανέβαινες επάνω» και

«Χείλι μου μοσκομύριστο

Που ως λάλαγες ανθίζαν

Λιθάρια και ξερόδεντρα

Και αηδόνια φτερουγίζαν»

Λέει η μάνα στο νεκρό της γιο στον επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου.

Τι είναι αυτό, όμως, που κάνει ξεχωριστό το Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου; Καταρχήν, η μάνα δεν είναι ούτε η Παναγία ούτε κάποια βασίλισσα, όπως η Εκάβη. Είναι μια απλή, φτωχή γυναίκα του λαού, η Μαρίκα Τούσση (έτσι ήταν το πραγματικό της όνομα) που θρηνεί πάνω από το γιο της, τον Τάσο Τούση, ένα 27χρονο παλικάρι, αυτοκινητιστής στο επάγγελμα που έχουν μόλις δολοφονήσει τα πυρά της αστυνομίας. Ο νεκρός δεν είναι ούτε βασιλόπουλο ούτε Θεός. Μπορεί και αυτός να πεθαίνει νέος, (27 χρονών) και άδικα, αλλά εκείνος ήταν ένας απλός διαδηλωτής (αυτοκινητιστής στο επάγγελμα) που μαζί με άλλους μεροκαματιάρηδες βγήκαν εκείνη τη Μέρα (8 Μαίου) στους δρόμους της Θεσσαλονίκης για να απαιτήσουν μια καλύτερη ζωή.

Ο Γιάννης Ρίτσος τολμά, δηλαδή, στον επιτάφιό του να κάνει αντικείμενο της υψηλής ποίησης τον πόνο του απλού του καθημερινού ανθρώπου, μετατρέποντας σε σύμβολα τη μάνα και το γιο της, σύμβολα της καταπιεσμένης ανθρωπότητας.  Γι αυτό, άλλωστε, δεν αναφέρει πουθενά τα ονόματά τους, αν και ήταν γνωστά. Αν και επώνυμος ποιητής ο Ρίτσος προτιμά να υπηρετήσει με την τέχνη του τον απλό άνθρωπο, γι αυτό χρησιμοποιεί στο ποίημά του τη γλώσσα του λαού (ο επιτάφιος βρίθει από ιδιωματισμούς), αλλά και το ύφος των δημοτικών τραγουδιών, αν και η ελληνική ποίηση εκείνη την περίοδο βρίσκεται στον αστερισμό της μοντέρνας ποίησης. Άλλωστε, τα τρία πρώτα ποιήματα (από τα 20 συνολικά που αποτελούν τον επιτάφιο) τα δημοσίευσε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης, δηλαδή σε ένα λαϊκό έντυπο που θα έφτανε σε όλα τα φτωχόσπιτα της Ελλάδας.

Άλλα δεν είναι το μόνο που κάνει τον Επιτάφιο του Ρίτσου μοναδικό. Σε όλους τους άλλους επιταφίους μπορείς να νιώσεις τον πόνο τη μάνα, την απελπισία της, το εγκώμιο για το παιδί της. Αυτός ο επιτάφιος έχει κάτι παραπάνω. Στο 17ο απόσπασμα η μάνα λέει στο νεκρό παιδί της: 

Και δες, μ' ανασηκώνουνε χιλιάδες γιους ξανοίγω,
μα, γιόκα μου, απ' το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.

Όμοια ως εσένα μου μιλάν και με παρηγοράνε
και την τραγιάσκα σου έχουνε, τα ρούχα σου φοράνε.

Την άχνα απ' την ανάσα σου νοιώθω στο μάγουλο μου,
αχ, κ' ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα μια φωτεινή παλάμη,
αχ, κ' η λαλιά σου, γιόκα μου, στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα∙ το πόδι στέκει ακόμα∙
φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ' ανέβασε απ' το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.


Η μάνα δηλαδή στο ποίημα του Ρίτσου αποφασίζει να γίνει αυτή η φωνή του γιου της. Αναγνωρίζει στο πρόσωπο των άλλων διαδηλωτών το πρόσωπο του δικού της γιου, δέχεται την παρηγοριά τους και στο τέλος παίρνει τη μεγάλη απόφαση να συνεχίσει αυτή τον αγώνα του παιδιού της, ανασταίνοντας με τον τρόπο της το γιο της. Και αν το καλοσκεφτούμε ο Ρίτσος  κλείνει εδώ μέσα στους στίχους του το μέγεθος της μητρικής αγάπης που δύναται να φτάσει ως την υπέρβαση του ίδιου μας του εαυτού. Οι γονείς συνηθίζουμε να βλέπουμε τα παιδιά μας ως συνέχεια μας, εναποθέτουμε τα όνειρά μας, τις ελπίδες μας, τα θέλω μας σε εκείνα, γι αυτό συχνά και η αγάπη μας γίνεται βάρος και βραχνάς για αυτά. Αν προσέξουμε, και η Εκάβη και η Παναγία αρκούνται στο να περιγράφουν το μέγεθος της απώλειας και τον αντίκτυπο που έχει αυτή στις ίδιες. Μόνο στον επιτάφιο του Ρίτσου έχουμε αντιστροφή των ρόλων και η μάνα αναλαμβάνει να γίνει αυτή η συνέχεια του παιδιού της, η φωνή του και η γροθιά του.

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.Κι ως το ’θελες (ως το ’λεγες το βράδυ με το λύχνο) ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω και πίσω από τα δάκρυα μου τον ήλιο αντικρίζω. Γιε μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου. Σου πήρα το τουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου…

Σημείωση: αυτούς τους τελευταίους στίχους επέλεξε και η κόρη του Ρίτσου, η Έρη Ρίτσου, να αφιερώσει στη Μάγδα Φύσα, όταν δέχτηκε μέσα στο δικαστήριο από τους Χρυσαυγίτες.